Λίγα λόγια... για τα Κουρούνια

του Πάροικα

Κάπου στα βορειοδυτικά, του μυροβόλου κι' ανεμόδαρτου νησιού μας, ίσως στο κέντρο της αρχαίας Αριουσίας, του Στράβωνα του γεωγράφου, σκαρφαλωμένος στις πλαγιές του όρους Αμανή, κείτεται τούτος ο οικισμός.

Απ' τα λειψά κιτάπια των προγόνων, τις λιγοστές αράδες του Ζολώτα, καθώς και τις σφραγίδες των γερόντων, που κουμαντάρανε το τόπο στα χρόνια των κατακτητών, το γνήσιό του όνομα, προβάλει.

Ήταν Κορώνεια πρωτινά. Ύστερα, γένηκε Κουρούνεια και γοργά στων ανθρώπων τη γλώσσα, έμεινε και κυρώθηκε το τωρινό μας όνομα. Κουρούνια. Ο πανδαμάτωρ χρόνος φαίνεται, πως δε ροκανίζει την ύλη μοναχά, μα πιότερο τα σύμβολα τ' αλφάβητου.

Είναι το χρέος αλλονών, που ανασκάπτουνε τη γη, για να καλαμογράψουν τα σχετικά με πλάκες, που χαραγμένες βρέθηκαν και ονόματα αρχαίων ιερών. Ακόμα και για τα ψευδισόδομα τα τείχη στον Ερινό και το Λιβάδι, που μαρτυρούν την ύπαρξη προγόνων σε χρόνους μακρινούς.

Κι' αν τούτα, άλλος πρέπει να τα πει, μένει σε μας να μολογήσουμε, ώστε, ποτέ να μη λησμονηθεί, πως τη ματωβαμένη άνοιξη του 1822, οι προπατόροι μας περάστηκαν απ' το λεπίδι των τυράννων, εδώ σιμά, στο Κάβο Μελανιός. Και πως μετά ξαπόμειναν, δώδεκα πόρτες στο χωριό. Κι' αυτό, μεθερμηνεύεται σε δώδεκα φαμέλιες.

Ξένε, θαρρώ πως σε χορτάσαμε με ντόπια ιστορία. Σα θα βρεθείς λοιπόν στα μέρη τα δικά μας, τη δημοσιά ακολουθώντας, απ' τη μεριά του Εγρηγόρου, μπαίνεις στον οικισμό τον πρώτο, το Φτανάδο. Στο έμπα του χωριού, οπούναι και του μαχαλά, στ' αριστερά σου, στέκει το κατάκλειστο σχολειό, με τις αυλές του να το συντροφεύουν. Στο βάθος της ομπροστινής αυλής, το νιόκτιστο γιατρείο ανταμώνεις. Στο θεμελιό του σιωπηλού κτιρίου, είν' η φιλόξενη ταβέρνα "Αριούσιος". Εδώ, μπορείς και να γευτείς, σα θες να ξαποστάσεις, ντόπια και ξένα εδέσματα.

Κι' αν μοναχά, επιθυμείς του ήλιου να ξεφύγεις. Τότες, η πέτρινη πλατεία σε προσμένει. Πλησίασε στις ακακίες τις βαθύσκιωτες, ανάμεσα σε γλάστρες με λουλούδια και ζήτησε να πιεις λίγο νερό. Το κουρουνιώτικο νερό δε θ' απολησμονήσεις.

Και σα θα ξεδιψάσεις, σίμωσε να σου δείξω, αυτά πούναι κρυμμένα. Στα δεξιά σου είν' το ηρώο! Πάνω στη μαρμαρόπλακα, η μνήμη σιγοκαίει! Στάσου, και ρίξε τη ματιά προς τα ζερβά! Ιδού, ο πρώτος μαχαλάς, εκείνος του Φτανάδου. Λωρίδες τρεις τα σπίτια του, κτισμένα σκαλωτά. Κίνησε πάλι καταμπρός. Σα συναντήσεις το πρώτο το σοκάκι, πάρτο και μπες μεσ' την αυλή της εκκλησιάς.

Το νου σου στρατοκόπε, ο τόπος είναι ιερός! Γι' αυτό και η βαρειά σιωπή! Μπροστά σου ορθός κι' αγέρωχος, ο πλάτανος δεσπόζει. Πόσους δεν εδροσίνεψε κάτω απ' τη φυλλωσιά του. Πόσα δεν είδε και δεν άκουσε. Όλα βγαρμένα απ' τις χαρές, μα και τα πάθη των ανθρώπων. Κάποτε είδε τους αθώους, που τον εσυντροφεύανε τις σκόλες και τις Κυριακάδες, κυνηγημένους, από τα στίφη των βαρβάρων, όπου κρατούσανε γυμνά τα γιαταγάνια, κι' αναζητούσαν το χρώμα του χρυσού, καταμεσίς σε σπίτια ρημαγμένα. Κι' αργότερα, σε μέρες λευτεριάς, είδε το Μαύρο Καβαλάρη, την Αμανή μας να χαρτογραφεί. Έλα και κάθισε στο τοιχογύρι του γιγαντένιου του κορμιού. Κοίταξε τώρα τη χωριοκκλησιά. Μεγάλη, η περηφάνια των Κουρουνιωτών για δαύτη. Πάντοτε λάμπει από την πάστρα. Τούτο είν' τ' αρχοντικό, τ' αφέντη αη-Γιαννιού. Για μας του μεγαλόχαρου, πούναι καταφυγή και σκέπη ολονών μας.

Στο βορινό της εκκλησιάς, σα θες, μπορείς να δεις το κοιμητήρι. Οι πρόγονοι μας κείτονται, σ' αυτά τα ολίγα μέτρα.

Στη κάτω του αυλόγερου μεριά, της εκκλησιάς μας το μουσείο ξεπροβάλλει. Μέσα στο όμορφο σκαρί του παλαιού κτιρίου, μορφές αγίων στόρισε ο κρητικός ζωγράφος. Κι' αμέσως παραδίπλα, το δίπατο καμπαναριό.


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios